h1

Ο Σέργιος και η Ηρώ 6

October 10, 2007

«Γεια σου ρε Σέργιο! Να και μια φορά που δεν μπορώ να σου φωνάξω, διάλεξες και το πιο όμορφο αλλά και το καλύτερο παιδί για παρέα σου. Και συ βρε Γιώργο, τι τα μαλώνεις τα παιδιά, ξέχασες μήπως τα καμώματα σου εδώ στο ίδιο νησί πριν από καμιά τριανταριά χρόνια.»    

         Ο κυρ Γιώργος έκλεισε βιαστικά το στόμα του που έχασκε και απάντησε: «μα είναι μωρά παιδιά! Άλλη σκοτούρα δεν είχαμε από το να προσέχουμε και τους έρωτες της Ηρούς. Δεν λέω, ο γιος σου και προκομμένος είναι και αντράκι σωστό, αλλά φοβάμαι, που να με πάρει ο διάολος, πως είναι άμυαλα και τα δύο και πως θα κάνουν καμιά κουτουράδα και ποιός μας σώζει μετά!».     

       «Εγώ έχω εμπιστοσύνη στα παιδιά», ανταπάντησε ο πατέρας του Σέργιου, «και για να στο αποδείξω, ορίστε», είπε και έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο με πεντοχίλιαρα από τα οποία ξεχώρισε δύο τρία και τα έδωσε στον Σέργιο. «Αγόρι μου», του είπε, «σήμερα θα φερθείς σαν κανονικός άντρας. Θα πάρεις την κοπελιά από εδώ και θα πάτε όπου θέλετε, μόνο κακομοίρη μου, κανόνισε να μου γυρίσεις μεθυσμένος, τότε δεν σε σώζει μήτε η μάνα σου».

Ο κυρ Γιώργος που έπρεπε να πάρει και αυτός θέση στις εξελίξεις έβαλε κι αυτός δειλά το χέρι στην τσέπη και είπε: «Αααα, να με συγχωρείς αλλά πλέον υπάρχει νέα τάξη πραγμάτων. Τα παιδιά είναι ισότιμα και θα πληρώσει ο καθένας τα έξοδα του». Παραχώρησε δε στην Ηρώ ένα αντίστοιχο ποσό και στην συνέχεια οι δύο γονείς έφυγαν για την αυλή για να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους για τάβλι.          

  Η Ηρώ ήθελε να ορμήξει και να αγκαλιάσει τον Σέργιο, να τον πνίξει στα φιλιά, γιατί με αυτήν του την κίνηση, την είχε γλυτώσει και από την τιμωρία, αλλά είχαν παράλληλα εξασφαλίσει και ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για την νυχτερινή τους διασκέδαση με την συγκατάθεση των γονιών. Το μοναδικό αποτρεπτικό στοιχείο ήταν η μητέρα της που παρατηρούσε διακριτικά από την άλλη άκρη της αυλής, χωρίς να βγάλει μιλιά, είχε όμως ένα αχνό χαμόγελο που με αυτό φανέρωνε την ικανοποίηση της.      

      Είχε περάσει η ώρα και είχε σκοτεινιάσει για τα καλά πια, όταν τα δύο παιδιά ξανασυναντήθηκαν μετά τις απαραίτητες προετοιμασίες για να απολαύσουν την τελευταία τους νύχτα στο νησί. Η αναπάντεχη οικονομική ευρωστία του ζευγαριού τους είχε οδηγήσει στην απόφαση να αποφύγουν την επιλογή του Γαλύφου και να μείνουν στην Χώρα για να κάνουν το «folegandros round», δηλαδή να επισκεφτούν όλα μα όλα τα νυχτερινά μαγαζιά του νησιού και να καταναλώσουν τουλάχιστον από ένα ποτό σε κάθε μαγαζί.   

         Ξεκίνησαν την βραδιά τους από την Πούντα με σκοπό να κατηφορίσουν προς την Χώρα. Κοινή απόφαση ήταν πως το ποτό της βραδιάς θα ήταν το ρακί. Χαμογέλασαν ευγενικά στον Γιούρι και κάθησαν σε ένα τραπεζάκι κρυμμένο από τα αδιάκριτα μάτια. Παρήγγειλαν και αγκαλιασμένοι περίμεναν το ρακί τους κάτω από τους νοσταλγικούς ήχους του Δεύτερου προγράμματος της Ερτ. Η φωνή της Αλεξίου έσμιξε ακόμα πιο πολύ τα νεανικά κορμιά τους στο άκουσμα του τραγουδιού «Όλα σε θυμίζουν». Το πρώτο ρακί κατέβηκε σαν βάλσαμο οδηγώντας το πρόχειρο πρόγραμμα που είχε καταρτιστεί μόλις πριν από μερικά λεπτά στην αχρηστία. Οι ρακές διαδέχονταν η μια την άλλη και τα παιδιά ερχόντουσαν όλο και πιο κοντά αδιαφορώντας πλέον για τα αδιάκριτα βλέμματα των περίεργων  γύρω τους.    

         Το κέφι άρχισε να ανεβαίνει και τα παιδιά αποφάσισαν να συνεχίσουν τη βόλτα τους σε ένα πιο κεφάτο μαγαζί που θα τους έδινε και τη δυνατότητα του χορού. Τα βήματα τους  τους οδήγησαν στο Λαούμι όπου και έπαιζε μουσική ο Πρόδρομος. «Καλώς τα αλάνια», φώναξε μόλις αντίκρυσε τα δύο παιδιά. Και στην συνέχεια η Εύα πήγε να πάρει παραγγελία. Τα παιδιά κάθισαν στην πεζούλα έξω από το μαγαζί για να μπορέσουν να δημιουργήσουν ένα αποθεματικό προσωπικών στιγμών ουτώς ώστε να επιβεβαιώνουν από εδώ και στο εξής την πεποίθηση του κόσμου ότι είναι ζευγάρι.    

         Η παραγγελία τους όμως κατεύθασε σχεδόν ταυτόχρονα με την εισαγωγή του «Street Lady» του Lou Donaldson, το οποίο αποτελούσε κομβικό σημείο κάθε επιτυχημένης βραδιάς στο Λαούμι. Τα παιδιά βιάστηκαν να ανταγωνιστούν για μια θεσούλα στο υποτυπώδες άνοιγμα μπροστά από την μπάρα που διατελούσε ρόλο πίστας. Χόρεψαν με πάθος κάνοντας στροφές, αλλαγές και άλλα τσαλίμια που είχαν αντιγράψει από παλαιότερους θαμώνες του μαγαζιού.      

      Τα σφηνάκια κατέφθαναν με καταιγιστικούς ρυθμούς και όλος ο κόσμος είχε φτάσει σε ένα διαολεμένο κέφι, πότε χορεύοντας, πότε ζητωκραυγάζοντας και πότε επευφημώντας τις μουσικές γνώσεις του Πρόδρομου, ο οποίος ήταν κατά κοινή ομολογία ο υπαίτιος κάθε παρόμιας μουσικής διέγερσης. Η Ηρώ είχε πλέον μεθύσει και βρίσκονταν όλο και πιο συχνά στην αγκαλιά του Σέργιου. Ο δε Σέργιος αν και αυτός αρκετά ζαλισμένος δεν έπαυε ούτε λεπτό να έχει ένα άγρυπνο μάτι, παρατηρώντας τους συνδαιτημόνες για τυχόν κακές προθέσεις έναντι της καλής του.   

         Για καλή τύχη όλων όμως δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος μέσα στο μαγαζί που να έχει αρνητικές προθέσεις για τον απέναντί του. Όλοι έγιναν μια αγκαλιά και χόρευαν σε διονυσιακούς ρυθμούς με απολλώνια χάρη. Πάνω στο τσακίρ κέφι έκανε και την εμφάνιση του ο Στέλιος, ο άνθρωπος σφραγίδα για το νησί. Πενήντα κάτι χρονών με εμφάνιση τριαντάρη και κέφι εικοσάχρονου μπήκε μέσα στο μαγαζί τραγουδώντας ένα δικό του σκοπό, γνώριμο δε στους θαμώνες του μαγαζιού. Δεν άργησε η στιγμή που η μουσική σταμάτησε για να μπορέσουν οι άνθρωποι να βγάλουν την δική τους μουσική. Κάθισαν, ο καθένας όπου βρήκε, και σχεδόν στην σειρά άρχισαν να τραγουδάνε αγαπημένα τραγούδια με επιδεξιότητα που θα την ζήλευε και η χορωδία Τυπάλδου.

Την αρχή έκανε ο Βενιέρης πιάνοντας ένα Ξυλούρη, ο «πραματευτής» φώναξε και οι υπόλοιποι σαν συνεννοημένοι ξεκίνησαν τον σκοπό, κουβαρίστρες, τσιμπιδάκια ψιλολόγια ένα σωρό.            

 Την «κουτσή κιθάρα», φώναξε η Ηρώ που είχε γαλουχηθεί με τα ακούσματα της μουσικής του Λοϊζου και την εμπνευσμένη στοιχουργική διάθεση του Παπαδόπουλου. Και ο κόσμος συγκατένευσε μοιράζοντας το συναίσθημα με τρόπο όμοιο με αυτόν που εννοείται μέσα στο τραγούδι. Τα κορμιά πλέον βρίσκονταν στην θαλπωρή της αγκαλιάς των αγαπημένων τους και λικνίζονταν ρυθμικά από την μέση και πάνω δίνοντας την αίσθηση μιας παλώμενης αίθουσας. Οι μαγικές στιγμές που μοιράζονταν όλοι συνεχίστηκαν και έξω από το μαγαζί στις πεζούλες παρασύροντας κάθε περαστικό στη μέθεξη.      

      Ο Σέργιος πιο λαϊκός αλλά και πιο αυθεντικός από τους περισσότερους κατέφυγε στην επιλογή του «βάρκα μου μπογιατισμένη» του Μάρκου. Και με την προσθήκη αυτού του τραγουδιού αρκετοί μεράκλωσαν και φέραν τις βόλτες τους στο ξέφωτο μπροστά από το Chora resort με θέα την Παναγιά να τους προσέχει και να τους χαίρεται.    

        Η μουσική που δημιουργούσαν τους παρέσερνε όλο και μακρύτερα απο το Λαούμι, και έτσι όπως ήταν όλοι προχώρησαν στην Κάτω Ρούα και έφτασαν μέχρι το Baraki για να γεμίσουν με την παρουσία τους τα τραπεζάκια του εξωτερικού χώρου που περίμεναν χωρίς επισκέπτη όλο το βράδυ. Εδώ κύρης του καταστήματος δεν είναι ένας αλλά δύο, εξού και η διατήρηση της παλαιάς ονομασίας του μαγαζιού (Δεν .Υπάρχει.Ονομα) σε περίοπτη θέση για κάθε ενδιαφερόμενο. Οι ιδιοκτήτες λοιπόν, είχαν μοιράσει τις αρμοδιότητες του καταστήματος μετάξύ τους και έτσι ο Βασίλης έπαιζε μουσική και εξυπηρετούσε τα έξω τραπέζια στα μεσοδιαστήματα των αλλαγών ενώ ο Χριστόφορος φρόντιζε την μπάρα και τους πελάτες στο εσωτερικό του μαγαζιού.  

          Οι μουσικές που ακούγονταν σε αυτό το μαγαζί ήταν εξωτικές για την Φολέγανδρο αφού κύριο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα ήταν οι ηλεκτρονικοί ρυθμοί σε συνδυασμό με τα τζαζ και σόουλ ακούσματα. Αυτό το συνωθήλευμα συχνά παρήγαγε εξαιρετικές μουσικές που αν και άγνωστες στο αυτί ήταν εξαιρετικά καλαίσθητες και γεννούσαν την επιθυμία για χορό μέσα απο τα ξεχωριστά τους μπάσα.       

      Η ογκοδέστατη πλέον παρέα, δεν είχε την πολυτέλεια να χαρεί ολόκληρο το πρώτο ποτό στο τραπέζι γιατί πλέον πλησίαζε το χάραμα και σαν φυσική συνέπεια και το κλείσιμο των μαγαζιών. Έτσι με το άκουσμα των πρώτων στίχων μιας επιτυχημένης διασκευής του Love will tear us apart, που είναι κάτι σαν τον εθνικό ύμνο της Φολεγάνδρου, όλοι ξεσηκώθηκαν και άρχισαν να αλλαλάζουν το τραγούδι την στιγμή που η Ηρώ και ο Σέργιος βρίσκονταν σε  έναν ακόμη εναγκαλισμό και σιγοψυθίριζαν τους στίχους του τραγουδιού ό ένας στον άλλο.

             Η βραδυά έφτανε στο τέλος της και τα δύο παιδιά μέσα απο την παραζάλη τους, συνειδητοποιούσαν σιγά σιγά, πως και η τελευταία νύχτα που έμενε να περάσουν μαζί τελείωνε. Η μαυρίλα της νυχτιάς είχε ήδη αρχίσει να σπάει και το χάραμα έκανε δειλά δειλά την εμφάνισή του πίσω απο την Αντίπαρο. Ο Σεργιος σε μια προσπάθεια του να κρύψει την συγκίνηση που ένοιωθε έμπλεξε τα δάκτυλά του μέσα στα μαλλιά της Ηρούς και την χαϊδευε απαλά μέχρι να βρει τα λόγια που ήθελε να της πει.«Λοιπόν αυτό ήταν, της είπε, τώρα θα πας στην Αθήνα και σε μια εβδομάδα θα με έχεις ξεχάσει. Όμως εγώ δεν θα συμβεί το ίδιο και σε μένα και θα σε περιμένω μέχρι την στιγμή που θα ξαναέρθεις γιατί εσύ μου έχεις δώσει νόημα στην ύπαρξη μου εδώ».«Τόσο εύκολο είναι νομίζεις να σε ξεχάσω απάντησε η Ηρώ, μόλις τελείωσε το καλύτερο τριήμερο της ζωής μου μέχρι τώρα και θες να το ξεχάσω χωρίς να θρηνήσω για το τέλος του, συγνώμη αλλά δεν θα σου κάνω την χάρη. Εγώ θα σε σκέφτομαι με τις πιο γλυκές και όμορφες σκέψεις μόνο μέχρι να ξανασυναντηθούμε».         

    Το παζλ μιας αξέχαστης εικόνας συμπληρώθηκε μόλις τα δύο παιδιά κάθισαν αντικρυστά πάνω στην πεζούλα της  Πούντας  με θέα το σημείο απο όπου έκανε την εμφάνιση του ο ήλιος που έταζε μια ιδιαίτερα ζεστή μέρα.      

      Ο Σέργιος δυσκολεύοταν πια να αρθρώσει λέξεις και για αυτό άφηνε το βλέμα του να πλανάται πότε προς την μεριά της Μήλου και πότε κατευθείαν μες τα μάτια της Ηρούς. Το χέρι του που άπλωνε μέχρι και τον αριστερό ώμο της Ηρούς αποτραβήχτηκε όταν ακούστηκε το σφύριγμα της κόρνας του Romilda που έμπαινε στον Καραβοστάση. Η συγκινισιακή αυτή στιγμή για όλον τον κόσμο που έβλεπε για πρώτη φορά μπροστά του την Φολέγανδρο ήταν το σφύριγμα της λήξης για την Ηρώ και τον Σέργιο.    

        Το καλοκαίρι έφευγε με τις πιο γλυκιές αναμνήσεις και με άπειρες υποσχέσεις για τον χειμώνα που ερχόταν. Το προνόμιο της ανεμελιάς έφτανε στο τέλος του δημιουργώντας πλήθος αμφιβολιών για την έκβαση της σχέσης που είχε διαμορφωθεί κάτω απο ιδανικές συνθήκες. Αφήσανε και οι δύο τον φόβο κατά μέρους και υποσχέθηκαν να ξαναβρεθούν  με την πρώτη ευκαιρία που θα τους δινόταν είτε στην Αθήνα είτε στο νησί. Προ του οριστικού για τον χειμώνα αποχωρισμού η Ηρώ πρόλαβε και έβαλε στην τσέπη του Σέργιου ένα καλά διπλωμένο χαρτάκι γεμάτο με τις υποσχέσεις που έδινε απέναντί του, όρκους αφοσίωσης και πίστης και λόγια που ξεχείλιζαν απο συναισθήματα που είχαν την θέση ενός μεγάλου ευχαριστώ για τις νέες εμπειρίες που της χάρισε με την συμπεριφορά του και τον καθάριο χαρακτήρα του. Ο Σέργιος συνηθισμένος στις εποχιακές σχέσεις φιλικές βέβαια μέχρι πρότεινος είχε τον χαρακτήρα να αντέξει τον χρόνο που θα πέρναγε με καρτερικότητα και υπομονή.   

         ¨Οπως και την πρώτη φορά στάθηκαν λίγο πριν το στενό για τα Ρακεντιά και αποχαιρετίστηκαν με δάκρυα στα μάτια. Το καλοκαιρινό όνειρο έσβυνε με την εμφάνιση του Romilda στα ανατολικά της Σίκινου. Το ίδιο καράβι που τους είχε δώσει την χαρά της γνωριμίας με τον έρωτα τώρα έμπαινε ασθμαίνοντας στον Καραβοστάση για να απομακρύνει κάθε ελπίδα παράτασης των χαρούμενων στιγμών.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: