h1

Ο Σέργιος και η Ηρώ 5

October 8, 2007

Ο πατέρας της ήταν ασυγκράτητος, κουνόντας νευρικά το δεξί πόδι που βρισκόταν σταυρωμένο πάνω από το αριστερό και κοιτώντας επίμονα το ρολόι του, είπε: «Μα καλά δεν έχεις λίγη τσίπα πάνω σου. Η μητέρα σου κοντεύει να τρελαθεί και εσύ μπαίνεις μέσα σαν να μην τρέχει τίποτα» . Και συνέχισε με έναν καταιγισμό ερωτήσεων και απειλών, πού ήσουν, με ποιόν ήσουν, γιατί άργησες, θες να μας πεθάνεις, δεν θα ξαναβγείς από το δωμάτιο σου μέχρι την Δευτέρα Παρουσία, πόσο καιρό έχεις να φας ξύλο; Και δεν θα σταμάταγε αν η Ηρώ δεν έμπηγε τα κλάματα αυθόρμητα σχεδόν, αλλά με απαράμιλο ζήλο. 

           Με την βεβαιότητα μιας μεγάλης τιμωρίας κατέβασε το κεφάλι της και τράβηξε απογοητευμένη για το δωμάτιο της. Είχε ξεχάσει να αναφέρει την δικαιολογία που είχε σκεφτεί αλλά τώρα θα φαινόταν πως είχε μηχανευτεί όλη την πρόφαση. Ύστερα από τέτοια επίθεση, τα είχε χάσει εντελώς και η δικαιολογία είχε πάει περίπατο αγκαζέ με την ελπίδα της βραδινής εξόδου. Ακολούθησαν κλάματα με αναφιλητά, πραγματικά σπαραξικάρδια. Το μαξιλάρι μετατράπηκε σε αόρατο εχθρό και δέχθηκε αλλεπάλληλες γροθιές, δεν άντεξε όμως και γέμισε το δωμάτιο με πούπουλα που παραδόξως είχαν μια γκρί απόχρωση, ίσως για να ταιριάζουν με την περίσταση.         

   Μαύρη απελπισία την έπιασε την Ηρώ και συνέχισε να κλαίει μέχρι που δεν είχε μείνει δάκρυ άλλο να χύσει. Ο Σέργιος στην κοσμάρα του τελείως, ούτε που φανταζόταν πως τα σχέδια που κατάστρωνε για το βράδι θα πηγαίναν στράφι. Μεταξύ κλαυθμού και οδυρμού ένα καμπανάκι χτύπησε στα αυτιά της Ηρούς για να την αφυπνίσει και να την οδηγήσει στην λύση που αποζητούσε. Έστυψε το μυαλουδάκι της για να καταλήξει στην πιο περίεργη ιδέα. Έπρεπε, όπως αντιλαμβανόταν την κατάσταση, να το σκάσει. Σχεδόν αμείλικτα χαιρόταν με την εικόνα της μητέρας της να οδύρεται, ενώ ο πατέρας της θα χτύπαγε το κεφάλι του με τον ίδιο ρυθμό που κούναγε το πόδι του από εκνευρισμό.   

         Σήκωσε το κεφάλι της για να σκουπίσει τα δάκρυα της και νά σου ο Σέργιος καμαρωτός καμαρωτός να ξεπροβάλει από τον κήπο του ξενοδοχείου και να κατευθύνεται προς το δωμάτιο των γονιών της. Δεν της έριξε ούτε μια ματιά, παρά συνέχισε τον δρόμο του και απλά κοντοστάθηκε για λίγο έξω από την πόρτα του δωματίου των γονιών της. Χτύπησε ευγενικά την πόρτα δύο φορές και έκανε ένα μικρό βήμα προς τα πίσω. «Καλησπέρα σας», είπε, όταν ο πατέρας της άνοιξε την πόρτα. «Βρε καλώς τον Σέργιο», είπε ο πατέρας της Ηρούς που ήταν πολύ καλός φίλος του πατέρα του Σέργιου. «Τι γυρεύεις από εδώ; Μήπως σε έστειλε ο πατέρας σου;» «Όχι κύριε Γιώργο, μόνος μου ήρθα», είπε ο Σέργιος, «ξέρετε…», κόμπιασε, «το απόγευμα άκουσα φωνές που πέρναγα έξω από το ξενοδοχείο και άθελα μου άκουσα γιατί μαλώνατε την Ηρώ». «Ε και λοιπόν;» ανταπάντησε ο πατέρας της. «Δεν φταίει η Ηρώ που άργησε κύριε Γιώργο, εγώ φταίω», είπε ο Σέργιος με μια ανάσα και συνέχισε. «Εγώ της είπα να πάμε βόλτα και για μπάνιο και εγώ την καθυστέρησα αλλά σας παρακαλώ αν πρέπει να τιμωρηθεί κάποιος αυτός είμαι εγώ και όχι η Ηρώ».      

      Ο κύριος Γιώργος έμεινε έκπληκτος να κοιτάει τον Σέργιο, μέχρι που αποφάσισε να μιλήσει. «Δηλαδή βρε Σέργιο, τι μου λες τώρα, να βάλω εσένα τιμωρία αντί για την Ηρώ; Μα πως σου ήρθε αυτή η ιδέα; Να σου πω τι θα κάνω», είπε. «Θα βάλω τιμωρία την Ηρώ αλλά και θα ειδοποιήσω τον πατέρα σου για αυτά που μου είπες. Βλέπεις εγώ δεν μπορώ να σε τιμωρήσω αλλά ο πατέρας σου φαντάζομαι πως μπορεί». Δευτερόλεπτα αργότερα φώναξε: «Ηρώωωω!!! Για έλα εδώ ένα λεπτάκι που σε θέλω».Σα βρεγμένο γατί, εμφανίστηκε η Ηρώ με αργά βήματα και διέσχισε το σαλόνι με το ίδιο περίλυπο ύφος που πρέπει να είχε και ο Χριστός όταν εξεταζόταν από τον Πόντιο Πιλάτο. «Ορίστε, πατέρα», είπε σε μια σπάνια στιγμή σεβασμού προς τον γονιό της.«Για πες μου, κυρά μου», είπε με προσποιητά άγρια φωνή ο πατέρας της. «Τι έχετε σκαρώσει μεταξύ σας; Ώστε αυτός ήταν ο λόγος που άργησες εεε!!!»    

        «Να σου εξηγήσω πατέρα», ψέλλισε η Ηρώ. «Να μόνο για ένα μπάνιο πήγαμε αλλά έβγαλε βοριά και μετά γυρίσαμε με τα πόδια από το Κάτεργο». Ξεθάβοντας τη δικαιολογία που δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει όταν μπήκε στο σπίτι το απόγευμα. Ο Σέργιος, αποφασισμένος να τιμωρηθεί βρέξει χιονίσει, ξαναπετάχτηκε: «όχι κύριε Γιώργο, εγώ έφταιγα για την καθυστέρηση και όχι τα καΐκια. Πήγαμε μια μεγάλη βόλτα από την Βάρδια έως και την Χρυσοπηγή, για αυτό και αργήσαμε, αλλά θα ήταν κρίμα η κόρη σας να επισκέπτεται το νησί τόσα χρόνια και να έχει δει μόνο την Χώρα και τις παραλίες.         

   «Μάλιστα, μάλιστα», αναφώνησε ο πατέρας της Ηρούς με μια ένδειξη πλήρους απροθυμίας να πιστέψει το όσα του είχε διηγηθεί ο Σέργιος. «Δηλαδή θες να μου πεις ότι εσύ παίζεις τον ρόλο του καλού ξεναγού για την κόρη μου; Σέργιο, αγόρι μου, θέλω να σε πιστέψω αλλά δεν με βοηθάς πολύ», συνέχισε ο πατέρας της Ηρούς. «Αποφάσισα να φωνάξω και τον πατέρα σου μπας και μας βοηθήσει να ρίξουμε λίγο φως στην υπόθεση, που αν θες την γνώμη μου βρωμάει λίγο».    

        Ο πατέρας του Σέργιου είναι ένας νέτος άνθρωπος, καθάριος, έχει ζήσει όλη του τη ζωή στο νησί και έτσι έμαθε να λέει τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη. Δεν πέρασε πάνω από πέντε λεπτά που είχε τηλεφωνήσει ο πατέρας της Ηρούς στον πατέρα του Σέργιου και εμφανίστηκε και αυτός με την καλύτερη των διαθέσεων πιστεύοντας αρχικά πως η πρόσκληση αφορούσε το απογευματινό παιχνίδι ταβλιού που μοιράζονταν σε καθημερινή βάση με τον πατέρα της Ηρούς. Όταν του αποκαλύφθηκε ο λόγος που είχε προσκληθεί αντέδρασε καλύτερα από όλους.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: