h1

Ο Σέργιος και η Ηρώ 4

October 5, 2007

Ο δρόμος της επιστροφής για το ξενοδοχείο ήταν μια χαρούμενη τσιγκολελέτα. Η Ηρώ έτρεχε αναπηδώντας πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο σε ένδειξη πλήρους ικανοποίησης. Στρίβοντας από την πιάτσα πέρασε και από το μαγαζί του Σέργιου και του φώναξε: «Σε πέντε λεπτά έλα να με πάρεις από το ξενοδοχείο».        

    Η κινητοποίηση του Σέργιου ήταν άμεση, παράτησε την δουλειά στην μέση και έτρεξε για το σπίτι για να ετοιμαστεί και αυτός. Έβαλε το μαγιό του, πήρε και τα διάφορα καλούδια αποφυγής πλήξης όπως το τάβλι του και τις ρακέτες και τράβηξε για το σπίτι του Στέλιου να πάρει το μηχανάκι. Το κόκκινο παπί περασμένων δεκαετιών θορύβησε τους ένοικους του Fani Vevis, όταν σταμάτησε έξω από αυτό μαρσάροντας συνθηματικά, Δευτερόλεπτα αργότερα, η Ηρώ βρισκόταν στην θέση του συνοδηγού και τα παιδιά κατηφόριζαν για την Βάρδια.       

     Στον δρόμο για την παραλία, η Ηρώ είπε στον Σέργιο όλα σχετικά με την τιμωρία που της επέβαλλε η μητέρα της, αλλά και για τον αριστοτεχνικό τρόπο που βρήκε να σημαδέψει το κορμάκι της, για χάρη ενός μπάνιου. Καμάρωσε σαν γύφτικο σκεπάρνι ο Σέργιος, όταν κατάλαβε πως αυτός ήταν ο υπαίτιος αυτής της κωμικοτραγικής  ιστορίας. Το καμάρι όμως εξαφανίστηκε όταν έμαθε πως θα έιχε μόνο μια μέρα και ότι απόμεινε από τη μέρα που έφευγε για να περάσει μαζί με την Ηρώ. Η χαρά παραχώρισε τη θέση της στον προβληματισμό που αποδείχτηκε εξαίρετος κολυμβητής και δεν πνίγηκε ακόμα και μετά από τα αλλεπάλληλα μακροβούτια των δύο παιδιών στην θάλλασα.      

      Μετά από ένα τέτοιο μακροβούτι, ο Σέργιος αγκάλιασε την Ηρώ και κράτησε τα πόδια της ψηλά έξω από τη θάλασσα, στριφογυρίζοντας την σαν σε παιχνίδι δελφινιών. «Μη θα ζαλιστώ», επαναλάμβανε η Ηρώ σε έναν επιτηδευμένο χαριεντισμό που μοναδικό σκόπο είχε την παράταση του χρόνου παραμονής στην αγκαλιά του. Ο Σέργιος σταμάτησε απότομα να την στριφογυρίζει και είπε: «Πάμε να φύγουμε από εδώ, θέλω να προλάβεις να δεις όλα αυτά που έχουν σημασία για μένα στο νησί». Η Ηρώ συμφώνησε και αφού μαζέψανε όλον τον εξοπλισμό που είχε σύρει μαζί του ο Σέργιος τραβήξανε πάλι προς την Χώρα.   

         Προσπεράσανε το στενό του Ντάριο και μετά στρίψαν δεξιά ακολουθώντας το δρόμο για την Άνω Μεριά. Αλλά ούτε εκεί σταμάτησαν, μετά την ταβέρνα της Μαριώς υπάρχει ένας χωματόδρομος που οδηγεί στην νοτιοανατολική άκρη του νησιού, αυτόν τον δρόμο πήρανε. Το κουρασμένο παπάκι εξασθένησε κάτω από το φορτίο των δύο παιδιών και παρέδωσε ψυχή κανά δυό χιλιόμετρα μετά την Άνω Μεριά. Η Ηρώ κατατρόμαξε. «Συμφορά!», είπε. «Πάλι θα αργήσω και μετά δεν θα μπορώ να βγώ ούτε από το δωμάτιο. «Τότε, θα πρέπει να αργήσεις πολύ», της είπε ο Σέργιος και την αγκάλιασε για να της μεταδώσει την σιγουριά που αισθανόταν για αυτά που έλεγε.       

     «Μα τι είναι αυτά που λες», απάντησε η Ηρώ. «Καταλαβαίνεις πως δεν πρόκειται να ξανασυναντηθούμε αν αργήσω σήμερα;» «Το καταλαβαίνω», απάντησε ο Σέργιος, «και για αυτό σου λέω να μην πας καθόλου σπίτι σου μέχρι να φύγεις αύριο». Η Ηρώ φάνηκε να σκέφτεται την πρόταση του Σέργιου αλλά λίγο αργότερα είπε: «Δεν γίνεται, όσο και να θέλω, δεν γίνεται, κάτι τέτοιο θα την σκότωνε την μητέρα μου και δεν θέλω με τίποτα να πάθει κανά κακό».Εν τω μεταξύ, προχώραγαν και είχαν φτάσει στην Χρυσοπηγή.

Ένα ακρωτήρι της Φολεγάνδρου όπου βρίσκεται ακόμα και σήμερα ένα παρατηρητήριο που φημολογείται πως υπάρχει εκεί από τον καιρό των πειρατών. Μια πέτρινη κατασκευή που θυμίζει πολεμίστρα.

«Κόπιασε», φώναξε ο Σέργιος στην Ηρώ. «Η θέα από εδώ πάνω είναι η αγαπημένη μου στο νησί». Και δεν είχε άδικο ο Σέργιος. Από κει πάνω φαίνονταν ο Προφήτης Ηλίας, η ψηλότερη κορυφή της Μήλου και λίγο πιο δεξιά η Σίκινος και αν κοίταγες αριστερά αχνοφαινόταν η Σαντορίνη και πιο πίσω η Κρήτη. «Εδώ είναι το μέρος που ξεκινάν τα όνειρα», είπε ο Σέργιος, που μέχρι τώρα δεν είχε δώσει κανένα σημάδι πως είναι ονειροπόλος. «Μα είναι φανταστική θέα», απάντησε η Ηρώ. «Λες και είσαι στην μπανιέρα σου και όλα αυτά τα νησάκια είναι καραβάκια». «Ναι , όμως εγώ αυτήν την στιγμή έχω μόνο ένα όνειρο», απάντησε ο Σέργιος και συνέχισε αμέσως αφού κατάπιε τον κόμπο που του είχε ανέβει στον λαιμό. «Το μόνο όνειρο που έχω, είναι να περάσουμε μαζί τον χρόνο που μας απομένει», είπε μελοδραματικά  προκαλώντας ένα ξέσπασμα χαχανητών της Ηρούς. «Καρδούλα μου, πίστεψε με και  εγώ ακριβώς τα ίδια πράγματα θέλω και για να σου το αποδείξω, γιατί βλέπω πως έχεις πεισμώσει στην άποψή σου, θα βρω έναν τρόπο να ξεμυτίσω και το βράδυ αλλά σε παρακαλώ μην επιμένεις άλλο στο να μείνουμε μέχρι να φύγω γιατί καλύτερα μακριά και ακέραιοι παρά μαζί και σκοτωμένοι», είπε η Ηρώ και σοβάρεψε για να δώσει το δέον κύρος στα λόγια της.«Και δεν μου λες, πώς θα φύγουμε από εδώ;» συνέχισε αγχωμένη η Ηρώ. «Δεν βλάπτει να ξανακάνω μια προσπάθεια μπας και πάρει μπρος», είπε ο Σέργιος. Το μηχανάκι μετά από ένα δυνατό κρότο πήρε μπρος, τελικά πρέπει να έφταιγε η κακής ποιότητας βενζίνη και όχι τα χρόνια του. «Καβάλα το μηχανάκι να φύγουμε», είπε ο Σέργιος εμφανώς δυσαρεστημένος που η Ηρώ αρνούταν με τέτοια ευκολία την πρότασή του. Στο δρόμο της επιστροφής κάτι η σκόνη που σηκωνόταν από το μηχανάκι, κάτι ο ψευτοτσακωμός που προηγήθηκε δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Ο Σέργιος μέχρι τώρα υπολόγιζε πως τα πράγματα θα ήταν εύκολα, αλλά τώρα που ένιωθε ότι δεν έχει την Ηρώ στο πλάι του τα πάντα φάνταζαν βουνό.         

   Μόλις περάσανε την στροφή της Αγκάλης, η Ηρώ φώναξε: «Μόλις περάσουμε τα Βορινά κάνε μια στάση, θέλω κάτι να σου πω». Ο Σέργιος συνέχιζε να είναι απρόθυμος αλλά δεν ήθελε κιόλας να δημιουργήσει μεγαλύτερο θέμα από αυτό που υπήρχε και για αυτό σταμάτησε στα Βορινά. «Είμαι όλος αυτιά», είπε και γύρισε την πλάτη του φανερώνοντας τον θυμό του.  «Έλα μην κάνεις σαν μικρό παιδί, σε παρακαλώ, δεν θέλω οι στιγμές που περνάμε μαζί να έχουν αρνητικές αναμνήσεις. Εγώ…εγώ…», κόμπιασε η Ηρώ. «Εγώ σε έχω ερωτευθεί και εσύ συμπεριφέρεσαι με το χειρότερο τρόπο». «Αμμ… εγώ τι έχω πάθει νομίζεις;» απάντησε άμεσα ο Σέργιος και άρχισε ένα μονόλογο, περπατώντας παράλληλα. «Έχω χάσει τον ύπνο μου, δεν μπορώ να δουλέψω και δεν με χωράει ο τόπος αλλά νά…μα την Παναγιά! δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφη υπεύθυνη για τα προβλήματα μου από σένα.»       

     Η ώρα του προβληματισμού είχε περάσει και τώρα τα δύο παιδιά επιδίδονταν σε μαθήματα συγχρονισμένου ενανγκαλισμού με τις απαραίτητες ασκήσεις εδάφους να κυριαρχούν στην εναλλαγή των φιλιών. Πώς είχαν περάσει πέντε ώρες ,χαμπάρι δεν πήραν! Και έτσι δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την επαναλαμβανόμενη καθυστέρηση της Ηρούς. Η δικαιολογία όμως είχε χτιστεί πάνω σε γερά θεμέλια και στυλοβάτης αυτής ο Βοριάς. Άμεσα η Ηρώ αποφάσισε πως θα έπρεπε να πει στην μητέρα της πως είχε πάει για μπάνιο στο Κάτεργο αλλά μόλις έπιασε ο Βοριάς σταμάτησαν να πηγαινοέρχονται οι μισθωτές βαρκούλες μαζικής εξυπηρετήσεως. Το σενάριο δικαιολογούσε απόλυτα την Ηρώ, ενώ ταυτόχρονα της έδινε άλλοθι για να κλειστεί στο δωμάτιό της για ‘ξεκούραση’.       

     Το μηχανάκι σταμάτησε λίγο πριν τα ρακεντιά για να μην δώσουν δικαίωμα στους περίοικους για την σχέση τους. Ο Σέργιος αποχαιρέτησε την Ηρώ για άλλη μια φορά και πριν προλάβει να φύγει την ξανατράβηξε προς το μέρος του για να της δώσει ένα τελευταίο φιλί. Από μακριά πλέον της φώναξε: «Το απόγευμα στου Γαλύφου!!!» Άλλαξε κατεύθυνση με το μηχανάκι και έφυγε αναστατώνοντας την περιοχή με τον θόρυβο. Η Ηρώ ήρεμη πέρασε την αυλόπορτα του ξενοδοχείου της και πήγε προς το δωμάτιο της. Προς μεγάλη της έκπληξη εκεί την περίμεναν σε απαρτία οι γονείς της και ο μικρός της αδερφός που χαμογέλαγε χαιρέκακα πιθανά γνωρίζοντας τα μελλούμενα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: