h1

Ο Σέργιος και η Ηρώ 3

October 4, 2007

«Τώρα και εγώ ηρέμησα», του είπε με σιγουριά ενώ το πρόσωπό της είχε κοκκινήσει τόσο που σίγουρα οι σηματοροί περαστικών πλοίων θα μπέρδευαν το φωτισμό με αυτό ενός φάρου. Σώπασαν και κοιταχτήκανε, χαθήκανε ο ένας στα μάτια του άλλου και ξαναφιληθήκανε. «Άντε πήγαινε τώρα και θα βρεθούμε το πρωί, δεν ξέρω πώς, αλλά θα βρεθούμε», του είπε η Ηρώ. «Καληνύχτα», ψέλλισε ο Σέργιος, συγκλονισμένος από την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα.            

Ο ύπνος χάρισε στην Ηρώ ατέλειωτα λειβάδια από ανθισμένες βουκαμβίλιες και ένα άρωμα νυχτολούλουδου την σκέπασε από άκρη σε άκρη. Ο Σέργιος, από την άλλη, πέρασε σχεδόν ολόκληρο το βράδυ κρυμμένος στην απέναντι πεζούλα από το Fani Vevis, και μόνο αφού είχε ξημερώσει για καλά πήγε σπίτι του για να μην τον πιάσει κανά περίεργο μάτι. Στο σπίτι του πήγε κατευθείαν στο μπάνιο, είχε βρει την κατάλληλη ημέρα για να απαλλάξει το πρόσωπό του από το χνούδι που σκοτείνιαζέ το ήδη μαυρισμένο πρόσωπό του.        

     To ξύπνημα βρήκε την Ηρώ, αποφασισμένη για τον τρόπο που θα το έσκαγε από την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας της. Κατευθύνθυκε προς το μικρό κουζινάκι όπου η υπόλοιπη οικογένεια έπαιρνε το πρωϊνό της. Κάθισε στο τραπέζι μαζί με όλους και σχεδόν άμεσα παρατήρησε.

«Αααα… μαμά δεν έχουν μείνει καθόλου φρυγανιές για μένα», είπε με παράπονο. «Να πεταχτώ μέχρι του Κυρ-Κώστα για να πάρω;» Η μητέρα της συγκατάνευσε και η Ηρώ πήρε τον δρόμο πρωϊνιάτικα για το μαγαζί του Σέργιου.        

    Από μακριά που κατηφόριζε έμοιαζε πλέον με κοπέλα, λες και μέσα σ’ένα βράδυ είχε μεγαλώσει δύο χρόνια. Η αγωνία που ένιωθε όμως ήταν παιδική. Eίδε τον Σέργιο καβάλα στην καρότσα ενός αγροτικού αυτοκινήτου να στοιβάζει τελάρα από διάφορα οπωροκηπευτικά. Μόλις την αντίκρυσε κατέβηκε από το πλάι του αυτοκινήτου χρησιμοποιώντας άψογο στυλ καουμπόι που ξεπεζεύει από το άλογο του.

Η ώρα και το μέρος ήταν ακατάλληλη για φιλιά και άλλα τέτοια ωραία, γιατί το νεαρό της ηλικίας τους χρησιμοποιούσε πολύ περισσότερες  από τις γνωστές δέκα εντολές. «Καλημέρα», σχεδόν φώναξε, άθελα της η Ηρώ. «Θα ήθελα ένα πακέτο φρυγανιές», είπε στην Κυρά Κατίνα, την μητέρα του Σέργιου. Ταυτόχρονα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές ειδοποίησε τον Σέργιο να συναντηθούν στη γωνία πίσω από το μαγαζί. Ο Σέργιος, γάτα σε κάτι τέτοια συνθηματικά, βρισκόταν στην πίσω γωνία πολύ πριν η Ηρω ανοιγοκλείσει τα μάτια της. Το τέρας, είχε προλάβει να κόψει και δυο ματσάκια γαρδένιες από τον παρακείμενο κήπο και περίμενε όπως ο γαμπρός τη νύφη.    

        Η Ηρώ εμφανίστηκε κραδαίνοντας το κουτάκι με τις φρυγανιές που πρέπει να είχαν γίνει τρίμμα για σνίτσελ από το κούνημα. «Λοιπόν», του είπε, «πάω στο ξενοδοχείο να κάνω ότι τρώω πρωϊνό και μετά θα βρω μια δικαιολογία για να πάμε για μπάνιο, εσύ τι λες;» «Έχω πάρει το μηχανάκι του Στέλιου, μπορούμε να πάμε στην Βάρδια σήμερα που έχει βοριά», απάντησε ο Σέργιος. Την άπαρξε και έγυρε το κορμί της με μια χορευτική κίνηση και την φίλησε για μια ακόμα φορά. Η Ηρώ ψυχραιμότερη από τις προηγούμενες φορές υποδέχτηκε θερμά το φιλί και ανταπέδωσε τα ίσα. «Πάω τώρα, γιατί αν αργήσω και για τις φρυγανιές, δεν με ξεπλένει ούτε ο Ιορδάνης ποταμός», είπε η Ηρώ. Στο δρόμο της  επιστροφής για το ξενοδοχείο προσπαθούσε να σκαρφιστεί ένα τρόπο για να μπορέσει να φύγει, αλλά ήταν σίγουρη πως η μήτερα της ήταν ήδη υποψιασμένη και πως δεν θα την άφηνε τόσο εύκολα.      

      Η λύση βρισκόταν στη λύπηση. Έτσι λοιπόν η Ηρώ περνώντας από το σπίτι της Γούνας λιμπίστηκε ένα κάκτο που είχε θεριέψει παρά την αβλεψιά των κατόχων του και σχεδόν τον αγκάλιασε για να νιώσει τις πολυάριθμες βελόνες του να την κεντρίζουν. Μπήκε μέσα στο δωμάτιο της μητέρας της κλαίγοντας και επιδεικνύοντας τα σημάδια από τα τσιμπήματα. «Κοίταγα το καράβι που έφευγε και δεν πρόσεξα τον κάκτο και τώρα πονάω πολύ», είπε με ύφος που άρμοζε σε πρωταγωνίστρια θεατρικής παράστασης. Η μητέρα της δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητη από το θέαμα που είδε. «Ματάκια μου όμορφα», είπε. «Τώρα, περίμενε να πάω να ντυθώ να πεταχτούμε μέχρι τον γιατρό για να δούμε αν μπορούμε να κάνουμε κάτι για αυτό.» Να λοιπόν και μια παράμετρος που η Ηρώ είχε ξεχάσει να υπολογίσει. Και τώρα τι θα έκανε; Πώς θα γλύτωνε από τον νέο μπελά που έβαλε τον εαυτό της;  

          «Μαμά», ρώτησε γεμάτη περιέργεια, «μήπως και για τον κάκτο ισχύει αυτό που λένε και για τον αχινό. Μήπως πρέπει να το κατουρήσω για να περάσει? Και αν πρέπει, πως θα φτάσω τον αγκώνα μου;», συνέχισε ακάθεκτη η Ηρώ προκαλώντας έναν ήπιο εκνευρισμό στην μητέρα της. «Πού τα έχεις ακούσει αυτά παιδί μου;», αποκρίθηκε η μητέρα της. «Αυτά είναι γιατροσόφια που τα έκαναν οι παλιοί, αλλά αν θες την γνώμη μου, τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Θεός φυλάξει, ακούς εκεί να κατουρήσεις το χέρι σου». «Έλα, βιάσου», συνέχισε, «πάμε στον γιατρό να δούμε τι θα μας πει». Η Ηρώ πλέον είχε κατσουφιάσει μέσα σ’ ένα συνδυασμό πόνου και παράπονου για το χαμένο μπάνιο.       

      Ο γιατρός βρίσκοταν στο αγροτικό του Ιατρείο στην Πούντα όπου  με ορθάνοιχτες πόρτες υποδεχόταν περιστατικά καλοκαιρινών ατυχημάτων, όπως πτώσεις με μηδενική ταχύτητα από μηχανάκι, τσιμπήματα από λογής λογής ζωήφια και άλλα σπουδαία περιστατικά. Ήταν ένας οικείος άνθρωπος, που είχε σαν παράξενη συνήθεια την εξιστόρηση παραβολών που ταίριαζαν με τα περιστατικά που τον επισκέπτονταν. «Καλώς τες!», αναφώνησε, μόλις είδε την Ηρώ και τη μητέρα της να πλησιάζουν. «Τι προβληματάκι έχουμε;», είπε , χαϊδεύοντας στοργικά το κεφάλι της Ηρούς.     

       «Η μικρή, γιατρέ, είναι απρόσεκτη, αυτό φταίει, περπατάει σαν ερωτευμένο. Δεν βλέπει που πηγαίνει. Να, σήμερα έπεσε πάνω σ’ένα κάκτο και ιδού τα αποτελέσματα.»   

         «Μμμμ», μουγκάνισε ο γιατρός με επαγγελματική σιγουριά, «μην ανησυχείτε, κυρία Σοφιανού, δεν είναι κάτι σοβαρό. Θα της βάλω λίγη αμμωνία για να περάσει αλλά καλό θα ήταν να πάει και στη θάλασσα για κανά μπάνιο». Ουδέ σπουδαιότερο της ιατρικής συμβουλής. Η Ηρώ είχε ακούσει αυτό ακριβώς που ήθελε και τώρα της έμενε μόνο να ξεφορτωθεί ευγενικά την μητέρα της. «Τυχερούλα μου, την γλύτωσες πάλι», είπε η μητέρα της ξαφνιάζοντας την. «Πώς να σε τιμωρήσω, βρε δύσμοιρο, που ο γιατρός λέει να πας για μπάνιο; Έννοια σου και θα ‘ρθει η σειρά σου! Άιντε σύρε τώρα, να βάλεις το μαγιό σου και μην ακούσω κουβέντα.»

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: