h1

Ο Σέργιος και η Ηρώ

October 3, 2007

«Εγώ έχω κάνει 11 μπάνια μέχρι σήμερα» απάντησε κορδωτά η Ηρώ, αποδεικνύοντας την υπεροχή της σε αυτόν τον τομέα. «Ναι, όμως, εγώ έχω φάει 9 παγωτά περισσότερα από σένα.», ανταπάντησε ο Σέργιος, κερδίζοντας τις εντυπώσεις σε αυτήν την άτυπη παιδική μάχη.          

  Η νίκη άνηκε τελικά στον Σέργιο αφού τα περισσότερα παιδιά, που ήταν αγόρια, πήραν το μέρος του αδιαφορώντας για  το κατόρθωμα της Ηρούς.            

Η Ηρώ με μια κίνηση τακτικής και ανωτερότητας ξαναβούτηξε στη θάλασσα, για να κρύψει τον εκνευρισμό της. Τέταρτο συνεχόμενο καλοκαίρι στη Φολέγανδρο και ακόμα δεν είχε γίνει ‘ντόπια’, ακόμα και τώρα τα παιδιά την έκαναν πέρα θεωρώντας την ξένη. Το πρόβλημα αυτό είχε πάρει γιγάντιες διαστάσεις στο μυαλό της, γιατί παρόμοια συναισθήματα είχε και για τα παιδιά του σχολείου της στην Αθήνα. Από το Γενάρη και μετά το σώμα της είχε αρχίσει να αλλάζει, με αποτέλεσμα στο σχολείο να την θεωρούν φρικιό, επειδή ήταν τουλάχιστον ένα κεφάλι ψηλότερη από όλα τα αγόρια της τάξης. Υπήρχε και αυτή η υπόνοια στήθους που κοσμούσε πλέον το παιδικό της στέρνο, που την έκανε να αισθάνεται ακόμη χειρότερα.      

      Ξανοίχτηκε στα βαθιά και έδιωξε όλες τις κακές σκέψεις με ένα μεγάλο μακροβούτι. Όταν βγήκε από την θάλασσα είχε απομείνει μόνο ο
Σέργιος να την περιμένει.

«Συγνώμη για προηγουμένως», της είπε ο Σέργιος, αγκαλιάζοντας την τρυφερά με την πετσέτα.«Δεν πειράζει», απάντησε η Ηρώ και κουλουριάστηκε στην πετσέτα για να διώξει τα ρίγη που της προξενούσε το βοριαδάκι.           

 Λίγο αργότερα, τα παιδιά πήραν το δρόμο της επιστροφής για τη Χώρα με τα πόδια. Πού λεωφορείο, άλλωστε, Ιούνη μήνα! Διασχίζοντας το χωματόδρομο από τον Αϊ-Νικόλα προς την Αγκάλη, ο Σέργιος έκανε μια νέα προσπάθεια εντυπωσιασμού, σκαρφαλώνοντας σε μια αγριελιά σε μηδενικό χρόνο.«Ανέβα και εσύ», την κάλεσε ο Σέργιος. «Από εδώ φαίνεται η παραλία του Γαλύφου», συνέχισε.          

  H Ηρώ, μ’ ένα σάλτο, βρέθηκε δίπλα του, στριμωγμένη σ’ ένα κλαδάκι που δεν θα τους κράταγε για πολύ ακόμα. Πριν προλάβουν να χαρούν τη θέα της παραλίας, βρέθηκαν να κοιτάνε τις φρέσκιες κακαρέτζες μιας περαστικής κατσίκας που είχε κάνει τη ζημιά της.

Γέλασαν και οι δύο τρανταχτά και σηκώθηκαν για να ξεσκονιστούν. Το βλέμα του Σέργιου πάγωσε όταν είδε τον αγκώνα της Ηρούς μέσα στα αίματα. « Γρήγορα, πάμε να το πλύνουμε» , της φώναξε έντρομος.«Μια γρατζουνιά είναι και  δεν με πονάει καθόλου», απάντησε η Ηρώ.«Καλού κακού πάμε να το πλύνουμε», επέμεινε ο Σέργιος. «Να εδώ πιο κάτω είναι το σπίτι του Μιχάλη, πάμε λίγο γρήγορα για να τον προλάβουμε πριν ανέβει στην Χώρα».          

  Ανοίξανε το βήμα τους και σε λιγότερο από δύο λεπτά βρίσκονταν στην αυλή του Μιχάλη. Ο Σέργιος έβαλε μια φωνή στον ιδιοκτήτη του σπιτιού: «Εεε… Μιχάλη, δανειζόμαστε λίγο την βρύση σου».          

  Περιποιήθηκε την Ηρώ καθαρίζοντας προσεκτικά το τραύμα και αφού τελείωσε, έσκυψε και φίλησε την πληγή λέγοντας: «Έτσι ξορκίζουμε το κακό εδώ». Η Ηρώ που δεν περίμενε καθόλου αυτήν την εξέλιξη, έκανε μια απότομη κίνηση τραβώντας το χέρι της, αλλά άμεσα μετάνιωσε και άφησε τον Σέργιο να την φιλήσει . Έτρεμε και πάλι, αλλά αυτή τη φορά δεν έφταιγε το βοριαδάκι. Πρώτη φορά την φιλούσε ένα αγόρι, έστω και αν ήταν στο χέρι. «Εε, αν είναι να μην με πιάνει το κακό, τότε μπορείς να με φιλήσεις», του είπε, και χαμήλωσε το βλέμα της για να μην φανεί η ντροπή που είχε πάρει.

Ξαφνικά όλοι οι φόβοι για το σώμα που άλλαζε και για την περιφρόνηση των φίλων είχαν πάει περίπατο. Στη θέση του φόβου, υπήρχε τώρα ένα συνεχές χαμόγελο που θαρρείς πως δε θα έσβηνε ούτε με γομολάστιχα.           

 Στην συνέχεια του δρόμου για τη Χώρα, η Ηρώ αν και χαρούμενη ήταν σκεπτική και δεν μίλαγε σχεδόν καθόλου. Παρατηρούσε μόνο. Χάζευε τον Σέργιο που οι πλάτες του είχαν ανοίξει από το προηγούμενο καλοκαίρι και την είχε φτάσει, αν όχι ξεπεράσει, σε ύψος. Είχε γίνει κατράμι από το μαύρισμα, πιθανό αποτέλεσμα των επαναλαμβανόμενων θελημάτων, που του έβαζε ο πατέρας του να εκτελεί, για χάρη του ενδοδημοπωλείου που συντηρούσαν.      

       Κάποτε φτάσανε και στο Fata Morgana που είναι λίγα μέτρα πριν τη Χώρα. Εκεί οι δρόμοι τους χώριζαν. Ο Σέργιος πήγαινε από το στενό του Κρητικού, ενώ η Ηρώ έμενε στο Fani Vevís. Kαι οι δύο αισθάνονταν αμήχανα, γιατί δεν γνώριζαν πως αυτό που είχαν αρχίσει να νιώθουν ο ένας για τον άλλο, δεν ήταν φιλία.Πρώτος ο Σέργιος βρήκε το θάρρος και  είπε: «Θα τα πούμε το απογευματάκι στην πιάτσα, σήμερα κερνάω παγωτό».

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: