h1

Ο Σέργιος και η Ηρώ 2

October 3, 2007

«Ωραία , θα σε περιμένω», απάντησε η Ηρώ και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι, που την περίμενε γερή κατσάδα για την αργοπορία της.  

          Ο μεσημεριανός ύπνος απάλλαξε την Ηρώ από της κατηγορίες της μητέρας της και της έδωσε το χρόνο να σκεφτεί ποια ρούχα να φορέσει για την απογευματινή της έξοδο. Ειδικά, αυτό το τελευταίο θέμα ήταν Γολγοθάς. Το θαλασσί φόρεμα που τόσο της άρεσε ήταν στα άπλυτα, ενώ το κόκκινο της ήταν δύο νούμερα μικρότερο και όταν το φορούσε θύμιζε επαγγελματία ποδηλάτη. Η λύση ήρθε απροσδόκητα μετά την επίσκεψη της νονάς της, της Μαρίας. Η νονά ήρθε μες το καταμεσήμερο με το Romilda, ενώ είχε ειδοποιήσει πως θα φτάσει το βράδυ. Ανέλπιστη τύχη για την Ηρώ! Η νονά της είχε φέρει από την Αθήνα μια κόκκινη βερμούδα και ένα λευκό μπλουζάκι με άνοιγμα στο λαιμό που ήταν απλά υπέροχα. Αφού ευχαρίστησε την νονά της, πήγε να ντυθεί βιαστηκά γιατί το απόγευμα είχε κιόλας φτάσει.           

 Έφτασε στην πιάτσα πρώτη, όπως είχε υποσχεθεί. Τώρα, όμως ανησυχούσε περισσότερο από ότι το πρωϊ. Κοίταγε με αγωνία το στενό του Κρητικού από όπου θα ερχόταν ο Σέργιος και όσο περνούσαν τα λεπτά τόσο πιο δυνατά χτύπαγε η καρδία της. Ο Σέργιος όμως είχε άλλου είδους μπλεξίματα. Ο πατέρας του τελευταία στιγμή τον έστειλε στον Καραβοστάση για να πάρει από το πλοίο, που ήταν ακόμα στο λιμάνι, κάτι παραγγελίες που είχαν έρθει από Αθήνα. Ο κακομοίρης είχε βάλει και αυτός τα καλά του, αλλά από το τρέξιμο που έριξε μέχρι να φτάσει στον Καραβοστάση και να γυρίσει, είχε γίνει μουσκίδι.         

   «Mη φύγεις… έρχομαι…» της φώναξε περνώντας από μπροστά της και πηγαίνοντας προς το μαγαζί για να παραδώσει στον πατέρα του τις παραγγελίες.


Μπήκε στο μαγαζί, άρπαξε δύο παγωτά από το ψυγείο και ξαναβγήκε τρέχοντας για να συναντήσει επιτέλους την Ηρώ.«Δεν άργησα», της είπε σε μια προσπάθεια συγκάλυψης της αργοπορίας του. «Μπα , μη νομίζεις και εγώ μόλις ήρθα», του απάντησε η Ηρώ.«Το παγωτάκι σας, δεσποινίς μου», είπε ο Σέργιος και πρότεινε το χέρι του προς το μέρος της, προσφέροντάς της το παγωτό.             Απολαμβάνοντας το παγωμένο γλύκισμα, ανηφόρισαν προς την Πούντα περπατώντας πλάι πλάι, σχεδόν χέρι χέρι δηλαδή, αλλά ήταν το παγωτό στη μέση.
Σε όλη την διάρκεια της περατζάδας που έκαναν ο Σέργιος δεν έδωσε την παραμικρή σημασία σε όλα τα υπόλοιπα πιτσιρίκια που χάζευαν από μακριά το υποψήφιο ζευγαράκι. Αυτό πολύ χαροποίησε την Ηρώ που με τον Σέργιο στο πλάι της αισθανόταν επιτέλους ντόπια. Μιλήσανε για όλα τους τα ενδιαφέροντα και ανακαλύψανε πως είχαν περισσότερα κοινά σημεία απ’ όσα νόμιζαν.         

   Και στους δύο άρεσε ο κινηματογράφος, το κολύμπι, και γιατί όχι και τα μαθηματικά. Πέρα όμως από αυτά, άρχισαν να καταλαβαίνουν πως κυρίως άρεσε ο ένας στον άλλον. Το παγωτό είχε πια τελειώσει και τα χέρια τους συναντήθηκαν για να πλέξουν έναν ανθρώπινο κόμπο.             Πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβουν, ενώ είχαν καταλήξει στο εκκλησάκι απέναντι από την Πιάτσα και δίπλα στην Αστάρτη.

 Πλέον αισθάνονταν μια ακατανίκητη ανάγκη να μάθουν τα πάντα ο ένας για τον άλλο και η γλώσσα τους πήγαινε ροδάνι αποκαλύπτοντας συνέχεια νέα στοιχεία που εμπλούτιζαν το ενδιαφέρον τους. Η μητέρα της Ηρούς είχε βγει στους δρόμους και αναζητούσε την κόρη της η οποία είχε καθυστερήσει αρκετά για δεκαέξι ετών ενώ αυτή ήταν μόλις δεκατεσσάρων.Mόλις η Ηρώ είδε την μητέρα της, να έρχεται προς το μέρος της, συνειδητοποιήσε πως το είχε παρακάνει. Xαιρέτισε βιαστικά τον Σέργιο και κατευθύνθηκε προς την μητέρα της με ύφος περίλυπο.      

      Ο Σέργιος που δεν είχε πρόβλημα ώρας. Έμεινε να θαυμάζει από μακριά την Ηρώ, η οποία άκουγε τα εξ αμάξης από τη μητέρα της. Αφού την έχασε από το οπτικό του πεδίο, κατευθύνθηκε και αυτός προς το μαγαζί το οποίο παρέμενε ανοικτό μέχρι αργά λόγω καλοκαιρινής περιόδου. Εκεί όμως δεν τον χώραγε ο τόπος, σκεφτόταν ολοένα και εντονότερα την Ηρώ και αναστατωνόταν πρωτόγνωρα. Δεν έβλεπε την ώρα να ξημερώσει για να πάνε για μπάνιο στην θάλασσα.          

  Η δε Ηρώ, λόγω της αδικαιολόγητης αργοπορίας της, τιμωρήθηκε με στέρηση εξόδου για δύο ημέρες όσες δηλαδή απόμεναν για την παραμονή τους στο νησί. Όλο το βράδυ στριφογύρναγε ανήσυχα στο κρεβάτι της, προσπαθώντας να βρει μια λύση στο πρόβλημα που είχε προκύψει. Η ζέστη ήταν αφόρητη και πήγε προς το παράθυρο μήπως και δροσιστεί λιγάκι. «Ψψτττ!!!!», άκουσε από μακριά και έριξε το βλέμα της προς το μέρος από όπου ερχόταν η φωνή. Η ώρα είχε πάει δύο τα μεσάνυχτα και να όμως που ο Σέργιος ήταν εκεί. «Έφυγες τόσο βιαστικά που δεν πρόλαβα καλά καλά να σε χαιρετήσω», της είπε ο Σέργιος.«Μα η μητέρα μου ήταν σε έξαλλη κατάσταση και δεν ήξερα τι να κάνω», απάντησε απολογούμενη η Ηρώ.       

     Ο Σέργιος με γρήγορα βήματα διέσχισε το μικρό κηπάκι και στάθηκε έξω από το παράθυρο της Ηρούς. «Δεν μου κόλλαγε ύπνος με τίποτα», της είπε. «Ήθελα τόσο πολύ να σε καληνυχτίσω με ένα φιλί».  Η Ηρώ χωρίς να πει κουβέντα, αποφάσισε να δώσει και αυτή ένα τέλος στην ανησυχία που τους  βασάνιζε όλο το βράδυ. Έσκυψε και έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη του Σέργιου.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: